17/4/18

Κατευνασμός ή οφθαλμός αντί οφθαλμού;


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΥΡΙΓΟΣ
Οι προειδοποιητικοί πυροβολισμοί στη νήσο Ρω επανεμφάνισαν δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις σε ένα παλιό πρόβλημα. Σύμφωνα με την πρώτη σχολή σκέψεως, στα ελληνοτουρκικά χρειάζεται κατευνασμός και αυτοσυγκράτηση. Είναι γεγονός ότι δεν συμφέρει την Ελλάδα να εμπλακεί σε πόλεμο με την Τουρκία. Συνεπώς, πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία η κλιμάκωση. Oταν όμως ο κατευνασμός γίνεται αυτοσκοπός, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η επιμήκυνση του χρόνου μέχρι τη σύγκρουση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η άλλη πλευρά, ο Ερντογάν δηλαδή, έχει εκπεφρασμένο όραμα: την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923. Ο ίδιος την αποδίδει στην ανάγκη περιορισμού των εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών. Στην πραγματικότητα ζητά ένα νέο καθεστώς που να αντανακλά τη σημερινή ισορροπία μεταξύ των δύο κρατών και θα επιβεβαιώνει την τουρκική περιφερειακή ηγεμονία. Επομένως, ο Ερντογάν θα ανεβάζει την ένταση μέχρι να επιτύχει αυτό που θέλει.

Σύμφωνα με την άλλη σχολή σκέψεως, η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει η Τουρκία είναι η λογική της άμεσης ανταποδόσεως των χτυπημάτων, του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» (ή tit for tat που θα έλεγαν οι Αγγλοσάξονες). Με τις αντιλήψεις Ερντογάν αυτή η τακτική μπορεί να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Ενέχει, όμως δύο προβλήματα. Το σοβαρότερο είναι ότι μπορεί εύκολα να οδηγηθούμε σε ανεπιθύμητη κλιμάκωση μιας κρίσεως. Αυτό μπορεί να αποτραπεί μόνον με την ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας σε υψηλό επίπεδο που, σε περίπτωση επεισοδίου, θα περάσουν τα σωστά μηνύματα. Ούτε, όμως, η λογική της ανταποδόσεως λειτουργεί πάντα έτσι, ούτε οι αναφορές του πρωθυπουργικού γραφείου περί «Σουλτάνου» και οι ρητορικές εξάρσεις του υπουργού Εθνικής Αμυνας βοηθούν στη διατήρηση των διαύλων.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία κινείται βασιζόμενη σε πρακτικές που λανθασμένα καθιερώθηκαν κατά το παρελθόν, αλλά έχουν πλέον παγιωθεί. Η αλλαγή της ελληνικής αντιδράσεως απέναντι σε αυτές τις πρακτικές μπορεί να αντιμετωπισθεί ως αναίτια κλιμάκωση εκ μέρους μας. Μία τέτοια περίπτωση συνιστούν οι παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου. Σε όλο τον κόσμο είναι αυτονόητο πως όταν υπάρχει εσκεμμένη παραβίαση, ακολουθεί κατάρριψη. Αντιθέτως, στο Αιγαίο έχουν καθιερωθεί οι εικονικές αερομαχίες που διαρκούν μέχρι να αποφασίσουν οι Τούρκοι να απομακρυνθούν.
(Συναφές επίκαιρο ερώτημα είναι εάν θα συνεχισθεί η ίδια τακτική τώρα που στο Αιγαίο άρχισαν να πετούν τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα γνωστά μας drones.)
Η απάντηση σε αυτές τις δύο σχολές είναι ότι η όποια αντίδρασή μας πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο συγκεκριμένης στρατηγικής. Βρισκόμαστε ενώπιον μειζόνων ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή μας. Μοιάζουν ανάλογες με την πτώση του ανατολικού μπλοκ το 1989. Η Τουρκία θα επηρεασθεί άμεσα. Ο Ερντογάν το αντιλαμβάνεται και φοβάται ότι Ελλάδα και Κύπρος θα εκμεταλλευθούν τις νέες συνθήκες. Η ανατροπή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορεί να προέλθει από την ανακάλυψη και εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων νοτίως της Κύπρου. Αυτό προσπαθεί να αποτρέψει ο Ερντογάν. Οι μικροκρίσεις στο Αιγαίο και οι ψυχολογικές επιχειρήσεις με τους δύο στρατιωτικούς έχουν ως στόχο να αποπροσανατολίσουν την Ελλάδα από το κύριο ζητούμενο: τις εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ.
Εχουμε κάθε λόγο να αποφύγουμε άσκοπη κλιμάκωση κρίσεων. Καλό είναι επίσης να περνάμε μηνύματα αποτροπής προτού φτάσουμε στο επίπεδο να ανταποδίδουμε χτυπήματα. Κάπου εκεί θα μπορούσε να ενταχθεί και το επεισόδιο στη Ρω. Προϋπόθεση όμως είναι να υπάρχει άμεση ενημέρωση και διαρκής συντονισμός των υπουργείων Αμυνας και Εξωτερικών και ένα κέντρο αποφάσεων που φυσικά και υποχρεωτικώς είναι μόνον το πρωθυπουργικό γραφείο.
* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.