14/2/18

Η σύνθετη ονομασία της πΓΔΜ ως παγίδα επενδύσεως της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης*
Τις τελευταίες ημέρες γινόμαστε μάρτυρες των διπλωματικών διεργασιών Αθήνας-Σκοπίων για την επίλυση του ζητήματος της ονοματοδοσίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (πΓΔΜ). Ουσιαστικά η Αθήνα καλείται να συναινέσει, νομιμοποιώντας την πολιτική αξίωση των Σκοπίων για τη διατήρηση του συνταγματικού τους ονόματος –«Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Εν είδει αναγκαιότητας, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Α. Τσίπρας, αποδέχθηκε τη χρήση του όρου «‘Μακεδονία’ σε μία σύνθετη ονομασία, είτε με γεωγραφικό είτε με χρονικό προσδιορισμό, έναντι όλων έτσι ώστε να γίνεται απολύτως σαφές ότι κανείς δεν διεκδικεί εδάφη ή ιστορία άλλων λαών».
Πως δύναται όμως να διασφαλισθεί ότι οποιαδήποτε προκρινόμενη λύση σύνθετης ονομασίας με τον όρο Μακεδονία, ακόμη και με γεωγραφικό προσδιορισμό, δεν θα οδηγήσει στην ανάπτυξη αναθεωρητικών πολιτικών στο εγγύς μέλλον;
Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, συνδέεται με το κεντρικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος –την απουσία μιας κυβέρνησης των κυβερνήσεων, και αδιαμφισβήτητα δεν μπορεί να είναι διαβεβαιωτική. Στο περιβάλλον αυτό, που κυριαρχεί το στοιχείο της ρευστότητας στις εξωτερικές διακρατικές σχέσεις και η αβεβαιότητα ως προς τις προθέσεις και τα κίνητρα των κρατών, έκαστο οφείλει να βοηθά εαυτό.
Ιδωμένη στο πλαίσιο του αφετηριακού μας ερωτήματος, η υπόθεση αυτή διατυπώνεται ως εξής: Δεδομένης της εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής ευθραυστότητας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και των συνεπαγόμενων διλημμάτων ασφαλείας της πολιτικής της ηγεσίας, τόσο στο ενδοκρατικό όσο και στο διακρατικό επίπεδο (Αλβανικός & Βουλγαρικός μεγαλοϊδεατισμός) δεν μπορεί να αποκλεισθεί η προσφυγή σε εθνικιστικές πολιτικές επιλογές.
Αντίστοιχα και λαμβάνοντας υπόψιν τη γενεσιουργό αιτία του Μακεδονικού ζητήματος –την αξίωση συλλογικής ανεξαρτησίας και κρατοκεντρικής συγκρότησης των βαλκανικών εθνών που βρίσκονταν υπό Οθωμανικό ζυγό κατά τον 19ο αιώνα– τίποτα δεν μπορεί να προδικάσει την αποφυγή ανάλογων εξελίξεων στο άμεσο μέλλον. Άλλωστε η ύπαρξη μια πολιτικής ταυτότητας εδράζεται στη διάκριση μεταξύ «εαυτού και άλλου». Για παράδειγμα η διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής ταυτότητας συναρτάται από την αναγνώριση των μη ευρωπαϊκών ταυτοτήτων–Ασιατική, Αφρικανική, Αμερικανική κλπ. Τοιουτοτρόπως, η συγκρότηση μιας συλλογικής ομάδας/έθνους σε κράτος, προϋποθέτει την οικοδόμηση της «πάγιας ταυτότητας [του] εντός ενός διευθετημένου κόσμου». Η εθνική ταυτότητα, αφενός επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εκάστου κράτους να διασφαλίσει την επιβίωσή του, μέσω της ανάπτυξης/πρόσκτησης συντελεστών ισχύος και αφετέρου υποδηλώνει την απόκτηση σχετικής θέσης-ρόλου εντός της περιφέρειάς του.
Ως απόρροια της εξέλιξης αυτής, θα πρέπει να ερμηνευθεί η εθνικιστική στάση της πολιτικής ηγεσίας της πΓΔΜ, λαμβάνοντας υπόψιν και το αναφυόμενο δίλλημα ασφαλείας (τη μετατροπή της σ’ ένα νέο Κοσσυφοπέδιο) που καλείται ν’ αντιπαρέλθει. Κατά τούτο, η αποδοχή του όρου Μακεδονία με οποιοδήποτε επιθετικό προσδιορισμό, θα οδηγήσει την Αθήνα σε μια πολιτική παγίδα επενδύσεως. Η διαπίστωση αυτή συνάγεται από την παρελθούσα, προς 25ετίας εμπειρία. Για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνέχονται με την παρείσφρηση εσωτερικών παραγόντων στη διαδικασία διαμόρφωσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η Αθήνα επέλεξε να μην αξιοποιήσει το αναφυόμενο παράθυρο ευκαιρίας που διανοίγονταν στα μεταψυχροπολεμικά Βαλκάνια, διαδραματίζοντας ρόλο περιφερειακής δύναμης (ως θεματοφύλακας των Ευρωατλαντικών συμφερόντων στην περιοχή). Αντ’ αυτού, προτίμησε να μετατρέψει το Σκοπιανό σε διεθνές πρόβλημα, ν’ αντιπαρατεθεί με Ευρωπαίους εταίρους της και τις ΗΠΑ (κατά την επιβολή του μονομερούς οικονομικού εμπάργκο στην πΓΔΜ) και να διανοίξει διπλωματικούς διόδους για την πολιτικοοικονομική διείσδυση της Τουρκίας στα Βαλκάνια. Σε τελική ανάλυση, για να μην συνεχίσει η Αθήνα να υφίσταται την «τυραννία του αδύναμου», (π.χ. η de facto αναγνώριση της πΓΔΜ από 100 περίπου κράτη, η καταδικαστική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, το 2011, για την παραβίαση του άρθρου 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την Ελλάδα) δημιουργώντας υποβόσκουσες απειλές διαμφισβήτησης/χάλκευσης των ειδοποιών χαρακτηριστικών της εθνικής της ταυτότητας στο εγγύς μέλλον, οφείλει να μεριμνήσει για την ενίσχυση της πολιτικής της επιρροής στην περιφέρειά της, με στόχο την μείωση/περιορισμό των παραγόντων αστάθειας στην περιοχή.
*Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς
https://www.imerazante.gr/2018/02/13/170134

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.