30/3/15

Πώς φτιάχνεται μια καλή χώρα;

Έστω ότι θέλαμε να φτιάξουμε ετούτη εδώ τη χώρα. Έστω, λέω. Πώς θα το κάναμε; Ποιες θα ήταν οι μέθοδοι; Δεν εννοώ συγκεκριμένες πολιτικές λύσεις ή μεταρρυθμίσεις, εννοώ μεθοδολογικά: Πώς φτιάχνεται μια χώρα; Ποια είναι η διαδικασία;
Αν δούμε τις “καλές” χώρες του κόσμου, αυτές που έχουν στιβαρές οικονομίες, αξιοκρατία, ελευθερία και προσφέρουν καλές συνθήκες ζωής για τους πολίτες τους, αν τις βάλουμε κάτω και μελετήσουμε το πώς φτιάχτηκαν και κατέληξαν να είναι “καλές”, καταλήγουμε σε συμπεράσματα μάλλον δυσοίωνα. Οι περισσότερες από αυτές τις χώρες βρίσκονται στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ωκεανία, φτιάχτηκαν είτε μέσα από αιώνες δημοκρατικής τριβής, είτε με αξίες σφυρηλατημένες από την κατά βάση προτεσταντική ηθική και τον διαφωτισμό. Δεν είναι καλύτεροι άνθρωποι από εμάς οι Δανοί που σέβονται τον ΚΟΚ και δεν καπνίζουν σε κλειστούς χώρους και θεωρούν χρέος τους να πληρώνουν τους φόρους τους (και, συνακολούθως, δεν ψηφίζουν ανθρώπους που φτιάχνουν ένα κράτος που δεν επιβάλλει τους νόμους). Απλά έτσι έχουν μάθει. Η πάστα τους έχει ψηθεί μέσα από συγκυρίες, πολιτικές επιλογές και πολιτισμικές επιρροές αλλιώτικες, και έτσι είναι αλλιώτικη.

Αυτό δεν είναι κάτι που μας βοηθάει. Αν είναι να περιμένουμε να ψηθεί η πάστα μας, μάλλον θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ. Δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να κόψουμε δρόμο; Δεν υπάρχει άλλη μέθοδος να φτιάξει κανείς μια καλή χώρα;
Υπάρχει. Ούτε αυτή μας κάνει, δυστυχώς, αλλά υπάρχει.
Η Σιγκαπούρη είναι μια μικροσκοπική νησιωτική χώρα στην ακρούλα της χερσονήσου της Μαλαισίας. Είναι μια σταλιά, πρακτικά μια πόλη-κράτος, έχει 173 φορές μικρότερη έκταση από την Ελλάδα, και το μισό πληθυσμό. Από τα 5,5 εκατομμύρια των κατοίκων της, τα 2 είναι μετανάστες. 
Η Σιγκαπούρη είναι μια από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, 3η ή 4η, ανάλογα με το ποια λίστα κοιτάει κανείς. Είναι η δεύτερη πιο ελεύθερη οικονομία (πίσω από το Χονγκ Κονγκ), η τρίτη πιο ανταγωνιστική (η Ελλάδα: 71η) και, ταυτόχρονα, μια από τις χώρες με τη λιγότερη διαφθορά, παρέα με τις Σκανδιναβικές, τον Καναδά και την Ελβετία στο Top-10. Η οικονομία της είναι απλωμένη σε ένα σωρό κλάδους, και ξεχωρίζει στους περισσότερους: Στον κατασκευαστικό, στα χρηματοοικονομικά, στα ναυτιλιακά, στα logistics, στον τουρισμό. 
Έχει ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά λιμάνια του κόσμου. Η ανεργία στη Σιγκαπούρη είναι κάτω από το 3% εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Ένας στους έξι κατοίκους της είναι εκατομμυριούχος (σε δολάρια, και χωρίς να υπολογίζεται η ακίνητη περιουσία). Η φορολογία είναι χαμηλή. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, το σύστημα υγείας της χώρας είναι το 6ο καλύτερο στον κόσμο. Σύμφωνα με τον Environmental Performance Index, είναι η 4η πιο “πράσινη” χώρα του κόσμου. Οι μαθητές της χώρας συνήθως εμφανίζονται στην πρώτη πεντάδα των σχετικών μετρήσεων, -στην τελευταία PISA του ΟΟΣΑ οι 15χρονοι από τη Σιγκαπούρη βγήκαν δεύτεροι. Και τα δύο πανεπιστήμια της χώρας συγκαταλέγονται ανάμεσα στα 50 καλύτερα του κόσμου.
Εκνευριστήκατε ή ακόμη;
Ακούγεται σαν παράδεισος. Μια υγιής και στιβαρή οικονομία, χωρίς σχεδόν καθόλου φτώχια και ανεργία, με κορυφαίο εκπαιδευτικό σύστημα και παροχές υγείας, με υψηλή ποιότητα ζωής, περιβαλλοντική συνείδηση, αξιοκρατία. Είναι από τις περισσότερες απόψεις ένα από τα καλύτερα μέρη του κόσμου για να ζει κανείς και η απορία είναι εύλογη: Πώς έγινε έτσι; Δεν έχει προτεσταντική παράδοση ούτε αιώνες δημοκρατίας και ειρήνης. Το 1965 ανεξαρτητοποιήθηκε, και τότε ήταν μια τυπική χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας, σχετικά πιο ευκατάστατη μεν, και ήδη διαμετακομιστικό κέντρο, αλλά για τα παγκόσμια δεδομένα φτωχιά, και γεμάτη διαφθορά. Πώς κατάφερε κι ανέπτυσσε την οικονομία της κατά 7% ετησίως για 40 χρόνια, εξαφάνισε τη διαφθορά και έγινε και οικολογικός παράδεισος; Μήπως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς αυτή τη μέθοδο;
Η απάντηση είναι, μάλλον όχι. Και καλύτερα όχι.
Γιατί η μέθοδος της επιτυχίας της Σιγκαπούρης ήταν κάτι εξαιρετικά σπάνιο και αρκετά αποκρουστικό: Ο ενάρετος αυταρχισμός.
Ο αυταρχισμός ως μοντέλο διακυβέρνησης υπάρχει βεβαίως εδώ και αιώνες, αλλά στο σύγχρονο κόσμο εμφανίζεται κυρίως με δύο μορφές:
 Τον κλεπτοκρατικό αυταρχισμό (αφρικανικές χώρες, Ρωσία και αλλού) και τον ιδεοληπτικό αυταρχισμό (μπανανίες της Λατινικής Αμερικής). Και στις δύο περιπτώσεις οδηγεί σε αποτελέσματα οφθαλμοφανώς χειρότερα από αυτά των μέσων δυσλειτουργικών δημοκρατιών. Η φτώχια είναι η πιο κοινή των συνεπειών. 
Η Σιγκαπούρη όμως είχε ένα μοντέλο πολύ διαφορετικό: Ένας δυνάστης εμφανίστηκε, που καταπίεζε την ελευθερία των πολιτών, εξαφάνιζε αντίπαλες πολιτικές εκφράσεις και επέβαλλε εξαιρετικά σκληρούς κανόνες δικαιοσύνης, αλλά που ταυτόχρονα προάσπιζε την αξιοκρατία ως μέγιστη θεσμική προτεραιότητα και τη διαφθορά και τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος ως το μεγαλύτερο εχθρό. Ο Λι Κουαν Γιου, που πέθανε τις προάλλες στα 91 του, ήταν ο δικτάτορας της Σιγκαπούρης για 31 χρόνια, από το 1959 μέχρι το 1990, κι έμεινε στα πολιτικά πράγματα μέχρι το 2011 (σήμερα είναι πρωθυπουργός ο γιος του). Το καθεστώς του, το οποίο υποστήριζε ο λαός εκλέγοντάς το σε τακτικές και ελεύθερες εκλογές, ήταν αυτό που ενορχήστρωσε το οικονομικό θαύμα, αλλά ήταν και αυτό που φυλάκιζε τους αντιφρονούντες, απαγχόνιζε τους δολοφόνους, και απαγόρευε την κατανάλωση τσίχλας σε όλη τη χώρα επειδή βάνδαλοι κολλούσαν τσίχλες στις κλειδαριές και στους αισθητήρες από τις πόρτες του μετρό.
Μπορεί αυτό να είναι μοντέλο προς μίμηση; Όταν οι θαυμαστές αυταρχικών ηγετών όπως ο Πούτιν, ο Όρμπαν ή ο Τσάβες ονειρεύονται ένα τέτοιο μοντέλο διακυβέρνησης για τη χώρα τους, στην πραγματικότητα ονειρεύονται κάτι σαν έναν Λι Κουαν Γιου, κι ας μην το ξέρουν: Έναν ισχυρό μα δίκαιο δυνάστη, που θα πάρει την ευθύνη του ελέγχου της εξουσίας από την πλάτη τους, και θα κάνει το σωστό για το λαό. Και μπορεί να σπάσει μερικά αυγά (δημοκρατίας) στην πορεία, αλλά μέχρι ένα βαθμό αυτό μπορεί να δικαιολογείται από το αποτέλεσμα, και τελικά να επιβραβεύεται στις κάλπες, έστω και ερήμην αντιπάλου.
Βεβαίως, ούτε αυτό είναι ένα ρεαλιστικό σενάριο για την πτωχευμένη Ελλάδα. Όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει κανένας δυνητικός Λι Κουαν Γιου στο δικό μας πολιτικό σύστημα, ούτε καν επειδή η ιδέα του απολυταρχισμού για κάποιους από εμάς είναι εξ’ ορισμού αποκρουστική, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων. Είναι αδύνατο ως σενάριο εξαιτίας των πιθανοτήτων. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις από πριν αν ο δυνάστης θα σου βγει Λι Κουαν Γιου ή Φιντέλ Κάστρο. Κι όπως η Ιστορία δείχνει, οι Κάστρο και οι Πούτιν είναι συντριπτικά περισσότεροι από τους Λι αυτού του κόσμου.
Οπότε προτεσταντική ηθική, διαφωτισμό και δημοκρατική παράδοση δεν είχαμε, ενάρετο δυνάστη δεν πρόκειται (ούτε και θέλουμε) να βρούμε.
Ποιος άλλος τρόπος υπάρχει;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

4 σχόλια:

  1. ΔΕΝ ὑπάρχουν καλές χῶρες καί κακές χῶρες, ἀφῃρημένα..
    Κάθε χώρα εἶναι καλή ἤ κακή σύμφωνα καί μέ τά δικά της κριτήρια.
    Οἱ ἀποικιοκρατίες, εἶχαν καί ἔχουν τήν πολυτέλεια νά διαθέτουν ἄπειρες ἐργατο-ώρες σέ καλλίτερη ὀργάνωση τῆς κοινωνίας τους. Μέ κινητήριο δύναμη τῆς σχετικῆς ἀξιοκρατίας σέ ἐπίπεδο ἡγεσιῶν τους, τήν διάθεση κυριαρχίας καί ὀργανωμένου-νομότυπου πλιάτσικου ἐπί τοῦ κόσμου.
    Δέν μποροῦμε λοιπόν καί δέν πρέπει νά συγκριθοῦμε μέ αὐτές, καί τίς παραφυάδες τους τύπου Σιγκαπούρης.
    Ὡραιοπόιηση ἐξ ἄλλου, καί ἔντονη διαφήμιση τῶν κοινωνικῶν νοοτροπιῶν τους, γίνεται στίς «πειθαρχημένες» χῶρες τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, ἤ καί τῶν ΗΠΑ - μέ τήν «προτεσταντική» (βλ. καί χαζαρο-ιουδαϊκή) ἠθική τους και τό πολιτικῶς ὀρθό τους σέ ρόλους Προκρούστη καί μέχρι ναζισμοῦ.

    Σέ μᾶς, καλή χώρα σημαίνει τό νά ὑπάρχουν ἁρμόδιοι πού νά φέρουν εὐθύνη γιά τίς πράξεις καί παραλείψεις τους. Ὄχι τυπική , ἀλλά οὐσιαστική. Πρᾶγμα, πού δέν γίνεται χωρίς καλή ἡγεσία στήν κορυφή.
    Ἡγεσία, πού νά μήν φοβᾶται κάθε τετραετία καί μόνον, τίς ἐκλογές. Καί πού, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, νά μήν κυβερνᾶ λές καί πρόκειται νά διαρκέσῃ ἡ κρατική ἐξουσία γιά τά ἑπόμενα τέσσερα ἤ τό πολύ ὀκτώ χρόνια.

    Τό πρότυπο τῆς δυτικῆς δημοκρατίας, τελείωσε μαζί μέ τήν ἄνοδο τοῦ ἰσλαμισμοῦ καί τήν έπάνοδο τοῦ μαλακοῦ ναζισμοῦ στήν δυτική καί κεντρική Εύρώπη, καί τήν ἐπανεμφάνιση τοῦ σκληροῦ ναζισμοῦ στήν Ουκρανία.
    Τό πρότυπο τοῦ Καισαρισμοῦ, ἤ Τσαρισμοῦ ἤ Αύτοκρατορίας, εἶναι τό πάντα ἐπανερχόμενο πολιτικό πρότυπο, πού ἀπορρέει πάντα ὡς "λύση" μέσα ἀπό τίς ἀδιέξοδες συγκρούσεις ἐντός τῆς δημοκρατίας. Εἶναι ὅμως πραγματική λύση, ὅταν εἶναι στήν βάση ἡ ἰδέα τῆς δημοκρατίας καί ἡ Ὀρθοδοξία.

    Τότε χωράει στό πολιτικό καί κοινωνικό γίγνεσθαι, ἀκόμη καί τό πλῆθος τῶν μουσουλμάνων, χωρίς ὅμως τόν τζιχαντισμό, ὁπότε ἐντός Ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ πλαισίου, ἤ μέ ὑποσυνείδητη ἔστω ὀρθόδοξη βάση θρησκευτικῆς εὐλάβειας (ὅπως ἐπιχειρεῖται σήμερα στήν Αἴγυπτο) , τό πλῆθος τῶν μουσουλμάνων δέν γκετοποιεῖται. Καί τοῦτο γίνεται φυσικῶς, διότι τρόπον τινά εὑρίσκεται στόν προαύλιο χῶρο τῆς 'Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καί γίνεται σεβαστό τό κάθε πρόσωπο μέ τό σύνολο τῶν ἰδιοτήτων του.
    Ἡ ὑστέρηση τῆς "Δύσεως" στό ζήτημα αὐτό εἶναι καταστροφική, διότι ἐνεργεῖ μόνο μέ πολυθρησκευτικότητα στόν τυπικό σεβασμό τοῦ ἀτόμου "ἀνεξαρτήτως" προσωπικῶν ἰδιοτήτων του (!), καί μέ ἀπρόσωπη ἀνοχή στό διαφορετικό, ἀπωθώντας τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό περιθώριο καί σπρώχνοντας ἡγέτες της στόν πολυθρησκευτικό "οἰκουμενισμό". Ἀλλά ἔτσι ἀφίνει χωρίς ὀρθόδοξα ἀντισώματα τίς κοινωνίες, ὑποθάλπει τίς ὁλοκληρωτικές λατρεῖες, καί φανατίζει καί γκετοποεῖ τούς "πιστότερους " ἐκ τῶν μουσουλμάνων μετατρέποντάς τους σέ φανατικούς ἰσλαμιστές.

    Πάνω στίς βάσεις αὐτές, εἴτε θρησκευτικές καί παραθρησκευτικές (καί ἡ ἀθεϊα, παραθρησκευτικότητα εἶναι) , εἴτε ὀρθόδοξες χριστιανικές, οἰκοδομεῖται ἡ οἰκονομία καί ἡ κοινωνική ἠθική, καί τότε φαίνεται ἄν καί πῶς ἀκριβῶς ἐπιδέχεται βελτιώσεις τό πολιτικό σύστημα καί ἡ διοίκηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο Λι Κουάν Γιού ήταν ένας γεννημένος Ηγέτης (με ήτα κεφαλαίο), που μακάρι να βρισκόταν ένας όμοιός του και για την Ελλάδα, αλλά αυτοί δεν βγαίνουν κατά παραγγελία.

    Πολλές φορές σκέφτομαι την ωραιότατη Σιγκαπούρη, τον "Κήπο της Ασίας" (Asia's Garden), όπως την ονομάζουν, την συγκρίνω με το θλιβερό ελλαδικό κράτος και απογοητεύομαι.

    Ήταν μεγάλος Ηγέτης ο αποθανών, επειδή πίστευε σε αρχές, τις οποίες κατάφερε να εμφυσήσει στους τριεθνείς (Κινέζοι, Μαλαίσιοι, Ινδοί, το 97% του πληθυσμού κι ένα 3% διάφοροι) κατοίκους τις χώρας του.

    1) Αγάπη και υπερηφάνεια για την κοινή πατρίδα, η οποία σέβεται και φροντίζει τους πολίτες της, όποιοι κι αν είναι αυτοί.

    2) Σεβασμός στον συμπολίτη

    3) Καμμία εργασία δεν είναι ντροπή, αρκεί να είναι τίμια(*)

    4) Ό,τι αποκτήσει κανείς, θα το αποκτήσει με τον κόπο του και την ικανότητά του και όχι με αρπαχτές, κομπίνες και ήσσονα προσπάθεια.

    Αυτά τα έχουν κάνει βίωμά των οι κάτοικοι της Σιγκαπούρης και δεν διανοούνται να ζήσουν διαφορετικά.

    (*) Οι οδοκαθαριστές φορούν άσπρες στολές και κρατούν ένα καμάκι για να μαζεύουν τα όποια μικροσκουπίδια βρίσκουν, ώστε να μην είναι αναγκασμένοι να σκύβουν. Οι σερβιτόροι δεν παίρνουν φιλοδώρημα, διότι τούς έμαθαν ότι αυτό είναι ζητιανιά. Αν τούς αφήσει κανείς φιλοδώρημα, το γυρίζουν πίσω, λέγοντας ότι αυτοί αμείβονται από την δουλειά τους.

    "Δεν υπάρχει ανεργία, άρα δεν υπάρχει και εγκληματικότητα", μού είχε πει ένας ντόπιος φίλος, όταν πήγα για πρώτη φορά και τον ρώτησα αν είναι επικίνδυνο να κυκλοφορήσω τα βράδια. Όσο για τα ναρκωτικά, αυτά καλύτερα να τα ξεχνά κανείς, αν δεν θέλει να καταλήξει στην αγχόνη.

    Δεν υπάρχουν στρηπτιζάδικα κι άλλα παρόμοια κέντρα, διότι το επάγγελμα θεωρείται ότι δεν συνάδει με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Πριν την ανεξαρτησία, υπήρχαν στο λιμάνι κάτι κακόφημες συνοικίες, τις οποίες ο Λι Κουάν Γιού εξαφάνισε, αφού πρώτα φρόντισε να πείσει τούς κατοίκους ότι σ' ένα κράτος σοβαρό, με αξιοπρεπείς ανθρώπους, αυτού του είδους τα μαγαζιά προσβάλλουν.

    Πειθώ, πειθώ και πάλι πειθώ. Αυτό φρόντιζε να κάνει, μιλούσε στον κόσμο, ήταν κοντά του, γι αυτό και το αγαπούσαν σαν πατέρα.

    Θα μπορούσα να γράψω πάρα πολλά ακόμη, αλλά νομίζω ότι αυτά αρκούν, ώστε να καταλάβει κανείς, γιατί η Σιγκαπούρη είναι ο αντίποδας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, η οποία χρεοκόπησε οικονομικά, αφού πρώτα είχε χρεοκοπήσει ηθικά, εθνικά, πολιτικά και κοινωνικά.

    Ο Λι Κουάν Γιού ψηφιζόταν, διότι οι πολίτες της Σιγκαπούρης ήταν ικανοποιημένοι μαζί του. Δεν είχε ανάγκη να επιβάλει αυταρχικά καθεστώτα. Δεν υπάρχουν εκεί Τσοζατζόπουλοι, αλλά ούτε και Βλαστοί.

    Αισθάνομαι πολύ πιο ελεύθερος στην "αυταρχική" (sic) Σιγκαπούρη, όπου μπορώ να κυκλοφορήσω ελεύθερα, να κοιμηθώ χωρίς τον φόβο να με ληστέψουν/σκοτώσουν, όπου ξέρω ότι η δουλειά μου θα εκτιμηθεί, αν είναι καλή, και κανείς δεν θα περάσει μπροστά μου, επειδή έχει μπάρμπα στην Κορώνη.

    Όποιοι, σαν τον άρθρογράφο, προτιμούν την "ελευθερία" της Ελλάδας, ας την έχουν. Ο καθένας έχει ό,τι του αξίζει. Και τον Καποδίστρια το δολοφόνησαν, γιατί ήταν τύραννος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΤΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΘΜΟ ΠΟΥ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΤΟ ΕΘΝΟΣ. ΑΝ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΩΣ ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ, ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ, ΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ.

    http://isxys.blogspot.com/2010/11/blog-post_4277.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ὅσοι ἔχομε ἀπομείνει, ἔχομε ἕνα δοκιμασμένο γιά 1000 χρόνια πρότυπο, αὐτό ἀπ᾽ τό ὁποῖο τρεφόμαστε ἀκόμη, καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό σημεῖο ἀναφορᾶς μας. Εἶναι τό κράτος τῆς Ρωμανίας, στό ὁποῖο νομίζω ἀναφέρθηκε συνεσκιασμένα καί ὁ πρῶτος σχολιαστής μέ τό ὑπέροχο σχόλιό του καί γιά τό ὁποῖο μιλάει ἡ Ἑλένη Ἀρβελέρ στό παρακάτω βίντεο
    https://www.youtube.com/watch?v=hQ1dN682Z3U
    Αὐτό εἶναι τό δικό μας πρότυπο, γιατί ὁ δικός μας πολιτισμός, πού εἶναι τό ὕδωρ ζωῆς τῆς οἰκουμένης, αὐτό ἔχει γιά πρότυπο. Τό πρότυπο τῆς Σιγκαπούρης καί κάθε Σιγκαπούρης καί τῶν δημιουργῶν της, κινεῖται μέσα μόνο σέ ὑλικά πλαίσια. Οὔτε σέ πολιτισμικά, οὔτε σέ πνευματικά. Μόνο σέ ἠθικά (κατά τό ἦθος ἐκείνου πού τήν ἀνέδειξε). Αὐτό τό πρότυπο ἐμεῖς οὔτε τό θέλομε, οὔτε τό ἐπιθυμοῦμε. Ἐμεῖς θέλομε ἡ Ἑλλάδα νά βγάζει Κολοκοτρώνηδες καί Παπαδιαμάντηδες καί ἁγίους καί ὄχι ἑκατομμυριούχους. Αὐτή εἶναι ἡ δική μας Παράδοσι, τήν ὁποία, ἐπειδή ἀπεμπολήσαμε, φθάσαμε ἐδῶ πού φθάσαμε. Τό ᾽40 οἱ στρατιῶτες ἔβλεπαν τήν Παναγία στήν πρώτη γραμμή. Σήμερα, ὁ Θεός μᾶς ἐγκατέλειψε, γιατί ἐμεῖς Τόν ἐγκαταλείψαμε.
    Ἀναμφισβήτητα χρειαζόμαστε ἕναν Λί Κουάν Γιοῦ, ἀλλά εἴχαμε ἕναν τέτοιον, τόν Καποδίστρια, πού ἤθελε (ὅπως ὁ Ρήγας καί οἱ ἀγωνιστές τοῦ 21) νά ἀναστήση τήν Ρωμανία, καί τόν δολοφονήσαμε, ἐπειδή ἦταν ‘τύραννος’, ὅπως πολύ σωστά λέει ὁ δεύτερος σχολιαστής. Καί μετά φραγκιέψαμε καί χαραμήσαμε τόν κόπο τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 21... Αὐτοί εἴμαστε...
    Λοιπόν, ἄν δέν μετανοήσωμε, ‘Σιγκαπούρη’, δηλαδή Ρωμανία δέν ἔχει... Οὔτε Κωνσταντινούπολη καί Ἁγιά Σοφιά, πού κάποιοι ἀφελῶς ἐλπίζουν. Ἄν εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά μᾶς δώση τήν Κωνσταντινούπολη στά χάλια πού εἴμαστε...!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.