29/11/12

Αιγύπτιοι επαναστατημένοι

του Μεϊσούν Σουκαριέχ*
Ανταπόκριση από την λεωφόρο Μοχάμεντ Μαχμούτ
Κάιρο, «Δεν είμαστε κακοποιοί, ούτε εγκληματίες». 
Αυτή είναι η πρόταση που επαναλάμβανε κάθε διαδηλωτής ξεκινώντας να μου μιλάει για τις διαδηλώσεις που ξεκίνησαν στις 19 Νοεμβρίου. Εκείνη η μέρα ήταν καθοριστική. Ήταν η πρώτη επέτειος των γεγονότων της «Μοχάμεντ Μαχμούντ», όταν οι φίλοι και οι οικογένειες αυτών που σκοτώθηκαν στην εξέγερση της πλατείας Ταχρίρ συγκεντρώθηκαν για να απαιτήσουν δικαιοσύνη, και η αστυνομία διάλυσε την ειρηνική συγκέντρωσή τους.

Τα γεγονότα της επετείου ξεκίνησαν τρεις μέρες πριν ο Αιγύπτιος πρόεδρος Μοχάμεντ Μόρσι απευθύνει διάγγελμα ανακοινώνοντας πολιτειακές αλλαγές: την αντισυνταγματική απομάκρυνση των δημόσιων κατήγορων, την αποψίλωση των δικαστικών εξουσιών, και του συμβουλίου της Σούρα, και την επανεξέταση των περιστατικών βίας εναντίον των διαδηλωτών κατά την περυσινή εξέγερση ενάντια στο καθεστώς του Μουμπάρακ. Αυτά τα μέτρα θεωρήθηκαν ένα «ήπιο πραξικόπημα».
Οι Αιγύπτιοι, έχοντας γευτεί τα φρούτα του εκδημοκρατισμού, όταν πέταξαν έξω τον Μπουμπάρακ, στις 25 Ιανουαρίου 2011, δεν είναι έτοιμοι να δεχθούν τόσο περιοριστικούς πολιτικούς συμβιβασμούς. Ενώθηκαν με τις ήδη εξελισσόμενες διαδηλώσεις στην πλατεία Ταχρίρ, στις δύο μεγάλες λεωφόρους Μοχάμεντ Μαχμούτ και Κασρ Εϊνί.
«Όλα ξεκίνησαν στις 19», λέει ένας 17χρονος διαδηλωτής. «Τα κόμματα και οι διάφορες ομάδες ήρθαν ν’ αποτίσουν φόρο τιμής στην επέτειο και έφυγαν. Ένας από τους φίλους μας χτυπήθηκε από την αστυνομία. Απαντήσαμε. Έκτοτε συνεχίζεται». Τα σώματα ασφαλείας απήντησαν στις διαδηλώσεις με απίστευτη βία, γεμίζοντας τα επείγοντα τμήματα και τα κρεβάτια στα νοσοκομεία Μουρνίρα, Κάσρ-Αλ-Αϊνί το πανεπιστημιακό Χουσεΐν και το Αγούζα της αστυνομίας. Πάνω από 50 διαδηλωτές έχουν τραυματιστεί σοβαρά κατά τις πρώτες ημέρες, και ένας από αυτούς, ο Γκαμπέρ Σαλάχ (Τζίκα), μέλος του κινήματος της 6 Απριλίου και άλλων 2 κομμάτων, εν τέλει πέθανε.
«Απαγορεύεται η είσοδος στη Μουσουλμανική Αδελφότητα». Γράφει ένα κίτρινο πανό στην είσοδο της ερειπωμένης οδού Μοχάμεντ Μαχμούντ. Μια γούρνα λυμάτων, όπου μαζεύονται τα παιδιά και οι έφηβοι που συγκρούονται με την αστυνομία, υποδέχεται τους επισκέπτες.
Οι περισσότεροι από τους διαδηλωτές είναι κάτω των 18, και ένα μεγάλο μέρος τους είναι μεταξύ 8 και 11, πολλοί από τους οποίους είναι χαμίνια των δρόμων. Συγκεντρώνονται στην είσοδο της λεωφόρου, και επιτίθενται κατά ομάδες στα αστυνομικά τμήματα που βρίσκονται στο Λυσέ και στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Η αστυνομία απαντάει με δακρυγόνα, πλαστικές και πραγματικές σφαίρες. Οι νέοι τρέχουν γρήγορα να απαντήσουν, και μετά αποσύρονται το ίδιο γρήγορα, καθώς η αστυνομία εκσφενδονίζει δακρυγόνα εναντίον τους. […]
Ποια είναι αυτά τα παιδιά; Τα ΜΜΕ, ακόμα και τα αριστερά ΜΜΕ, τους αποκαλούν νεαρούς λες και αποτελούν μια αφηρημένη κατηγορία δίχως ιστορία, ονόματα, ελπίδες και όνειρα. Δεν είναι πια η μυθική νεολαία της επανάστασης, αλλά απλώς νεαροί, ένας περιφρονητικός όρος που απλά παραπέμπει περισσότερο σε παιδιαρίσματα και ανωριμότητες παρά στην ελπίδα. Το Αλ Τζαζίρα θεώρησε εύκολο να υποστηρίξει ότι οι «νέοι» είναι μέρος μιας συνομωσίας. Οι Φαλούλ (τα απομεινάρια του καθεστώτος Μουμπάρακ) τους συντονίζουν για να αποσταθεροποιούν: Δεν είναι απλά νέοι, είναι συμμορίες της Φαλούλ. «Είναι πιο εύκολο γι’ αυτούς να πούνε ότι είμαστε κακοποιοί και εγκληματίες, πως περιμένατε να μας αποκαλέσουν; Μήπως επαναστάτες; Μα αν έλεγαν ότι είμασταν επαναστάτες, αυτό θα σήμαινε ότι έχουμε δικαιώματα, αλλά αν μας στιγματίσουν ως κακοποιούς σημαίνει ότι εμείς είμαστε οι ένοχοι, όχι αυτοί», απήντησε ένα 15χρονο παιδί των δρόμων στην ερώτησή μου γιατί τους αποκαλούν εγκληματίες.


Κανένα πολιτικό κόμμα δεν έχει οικειοποιηθεί την εξέγερσή του. Το Κίνημα της 6ης Απριλίου, που ιδρύθηκε το 2008 για να υποστηρίξει τους εργάτες κλωστοϋφαντουργίας του Μαχαλά και που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ταχρίρ Ι, δήλωσε ότι δεν ξέρει ποιοι είναι. Βέβαια, δεν τους αποκηρύττει κιόλας. Ισχυρίζεται ότι «καταλαβαίνει» το γιατί συγκρούονται με την αστυνομία. Η ίδια αντίδραση προέκυψε από ένα νεοϊδρυθέν πολιτικό κόμμα, «Κανείς δεν γνωρίζει ποιοι είναι». Ένα μέλος ενός άλλου νεοϊδρυθέντος κόμματος είπε κατά την διάρκεια της διαδήλωσης της Παρασκευής: «Είναι νεολαία των εργατικών γειτονιών γύρω από την Ταχρίρ». Γενικότητες, μιας και τα παιδιά δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον των επίσημων διαύλων της πολιτικής ζωής.
Κάτω στους δρόμους, συνάντησα έναν νεαρό. Φορούσε παλαιστινιακό μαντήλι στο κεφάλι και πετούσε πέτρες προς την αστυνομία. Έμοιαζε με τα παιδιά της δεύτερης Ιντιφάντα. Δεν μου μίλησε με την πρώτη. Αργότερα, ήρθε και είπε «Θα σου μιλήσω αν μου αγοράσεις να φάω, αλλά δεν θ’ αναφέρεις τ’ όνομά μου», προειδοποίησε. «Πριν συνεχίσουμε», πρόσθεσε, «θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι δεν κάνουμε επιθέσεις στα σπίτια και τα μαγαζιά του λαού» –εννοώντας τις ιδιωτικές περιουσίεςŸ «επιτιθόμαστε μόνον στην αστυνομία και σε κρατικές περιουσίες». Γιατί επιτίθεστε στην αστυνομία; Τον ρωτώ. «Επειδή θέλω να εκδικηθώ για το θάνατο των φίλων μου, που πέθαναν πέρυσι», απαντάει. Και οι δύο πέθαναν στην οδό Μαχμούντ. Όλοι εμείς από το Αλ Χαράμ (εργατική συνοικία του Καΐρου) καθόμασταν μαζί όταν κάποιος ήρθε και μας είπε να προσέχουμε, γιατί ο στρατός θα επιτεθεί. Με το που τελείωσε είχε ήδη χτυπηθεί. Ένας από τους φίλους του έσπευσε να τον σώσει, κι επίσης σκοτώθηκε. Είμαι εδώ για να πω στην αστυνομία ότι δεν θα ξεχάσουμε τους φίλους μας», είπε. […]. «Δεν ξεχνάμε τα δικαιώματά μας. Ακόμα θυμόμαστε, και μπορούμε ακόμα να επιτεθούμε».
Είναι δεκαεφτά. Έχει εγκαταλείψει το σχολείο και δεν μπορεί να βρει δουλειά. Προέρχεται από το Αλ Χαράμ μια από τις εργατικές συνοικίες του Καίρου. Η οικογένειά του ζει σ’ ένα μικρό σπίτι, δίχως αστικές υποδομές. Συμμετέχει στις επιθέσεις που γίνονται στην οδό Μαχμούντ από την πρώτη μέρα.
Τον ρώτησα γιατί οι υπόλοιποι διαδηλώνουν. Μου απάντησε με μια λίστα των φτωχών περιοχών: Μανατέκ ελ Σοαμπίγια, Μπουλακ αλ Ντακούρ, Αλ Αμιρίγια. «Έχουμε γίνει φίλοι», λέει, «επειδή προστατεύουμε και καλύπτουμε ο ένας από τον άλλον».
Μας διακόπτει κάποια αναστάτωση. Κάποιοι τρέχουν από την Ταχρίρ προς το Ανώτατο Δικαστήριο. Εκεί έχουν ξεσπάσει συγκρούσεις όταν μια ομάδα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας επιτέθηκε στο κτήριο του ειδικού δικαστηρίου και πέταξε φωτοβολίδες εναντίον του. Οι διαδηλωτές της Ταχρίρ συγκεντρώθηκαν γύρω από το Δικαστήριο για να αντιμετωπίσουν την Μουσουλμανική Αδελφότητα, και να αποκρούσουν την δικτατορική απόπειρα του Μόρσι. Οι δικαστές, που εκείνην την ώρα συζητούσαν τις αλλαγές σε μια κρίσιμη συνεδρίαση, βγήκαν έξω. Η αστυνομία περικύκλωσε το Δικαστήριο, προσπαθώντας να διαλύσει το πλήθος. Επιστρέψαμε στην οδό Μαχμούντ.
Μας υποδέχεται πανδαιμόνιο. Νέοι τρέχουν γύρω από την πλατεία. Όταν η αστυνομία επιτίθεται στη Μαχμούντ, τα παιδιά τρέχουν προς την Κάσρ Εγνί. Σταματήσαμε κάποιον και τον ρωτήσαμε αν θέλει να μας μιλήσει. Συμφώνησε αφού τον διαβεβαιώσαμε ότι δεν θα χρησιμοποιήσουμε τ’ όνομά του. Είναι 13, παιδί των δρόμων. Έμενε με τον παππού του στο Νταρ Ελ Σαλάμ, σε μια παραγκούπολη στα περίχωρα του Μα’αντί, αλλά αφότου αυτός πέθανε, έμεινε στον δρόμο. «Είχα 35 αιγυπτιακές λίρες (5 δολάρια) και κάτω από τη γέφυρα του Νείλου όπου κοιμόμουν βρήκα ένα άλλο παιδί με λιγοστά χρήματα, κι έτσι ξεκινήσαμε μια επιχείρηση να πουλάμε μπισκότα σε πάγκο». Η αστυνομία το κατέστρεψε, και πλέον δεν τους έχει απομείνει τίποτα. «Ξεκινήσαμε να καθαρίζουμε τα τζάμια των αυτοκινήτων στα φανάρια, και η αστυνομία μας επιτέθηκε και πάλι… Έπειτα ξεκινήσαμε να πουλάμε μικροαντικείμενα στο μετρό του Καΐρου, ώσπου απαγορεύτηκε κι αυτό».



Τον προηγούμενο Γενάρη, σκέφτηκε ότι η πλατεία Ταχρίρ ήταν καλό μέρος για να πουλάει μικροπράγματα. Αυτή τη φορά πουλούσε τσιγάρα σ’ έναν μικρό πάγκο. Στις 27 Ιανουαρίου, ο στρατός διέλυσε τον πάγκο του. Την επόμενη μέρα, ενώθηκε με μια ομάδα άλλων παιδιών του δρόμου σε μια νέα δραστηριότητα: Επιτίθονταν την αστυνομία και απελευθέρωναν συλληφθέντες. Ήταν κάτι φανταστικό γι’ αυτό το παιδί, την μια να απελευθερώνει συλληφθέντες και την άλλη να υπερασπίζεται το Μουσείο. Η γενναιότητά του προήλθε από την επιθυμία να πάρει εκδίκηση από την αστυνομία και τον στρατό, που κατέστησαν αδύνατη την επιβίωσή του. Πλέον, δεν είχε τίποτα να χάσει, του τα είχαν πάρει όλα.
«Τι έχουν κάνει αυτά τα παιδιά για να βρίσκονται στους δρόμους και να τα χτυπάει η αστυνομία;  Και τι έχει κάνει αυτή η νεολαία, προτού καλά καλά ξεκινήσει τη ζωή της, για να σκοτώνεται έτσι; Και γιατί σαπίζουν για χρόνια στις φυλακές όσοι έχουν κλέψει μικροπράγματα για να ξεγελάσουν την πείνα τους;». Αυτές ήταν οι απαντήσεις ενός δεκατετράχρονου όταν τον ρώτησα γιατί επιτίθεται στην αστυνομία.
Άρχισε να συμμετέχει στις πρόσφατες συγκρούσεις δύο ημέρες αφότου ξεκίνησαν. Δούλευε σ’ ένα εργαστήριο, είδε τα γεγονότα στην τηλεόραση, και αισθάνθηκε ότι πρέπει να υπερασπιστεί τους φίλους του. Εγκατέλειψε τη δουλειά για να συγκρουστεί με την αστυνομία. «Θέλουμε να τους πούμε ότι δεν ξεχνάμε», λέει.
Ένα άλλο παιδί προσεγγίζει. Είναι οκτώ. Ρακοσυλλέκτης, περιφέρεται μέσα στα σκουπίδια και βρίσκει πράγματα που μπορούν να πουληθούν. Η αστυνομική παρενόχληση είναι το τίμημα που εισπράττει. Έρχεται μαζί με τους φίλους του από το Ελ Αμιρίγια. «Έρχομαι να παρενοχλήσω την αστυνομία, όπως μου το κάνει κι αυτή κάθε μέρα», λέει, «Όταν αυτό τελειώσει, ίσως το ξανασκεφτούν να με χτυπήσουν ξανά καθώς θα ψάχνω κάτι να φάω». Ο φίλος του, 12 χρονών, έχει άλλους λόγους για να συμμετάσχει στις επιθέσεις εναντίον της αστυνομίας. «Τους επιτίθομαι επειδή απαιτώ σχολεία όπου οι καθηγητές θα διδάσκουν και δεν θα μας χτυπούν, τρώγοντας τα σάντουιτς και πίνοντας το τσάι που τους φέρνουν οι θυρωροί. Επιτίθομαι γιατί απαιτώ από αυτούς να χτίσουν εργοστάσια και αγροκτήματα ώστε παιδιά σαν κι εμάς να βρούν εύκολα δουλειά και να ζήσουν με αξιοπρέπεια».
Γι’ αυτά τα παιδιά, η αστυνομία αντιπροσωπεύει τη χειρότερη έκφραση του κράτους. Η επίθεση εναντίον της δεν είναι μόνο για εκδίκηση. Συνοδεύεται από ένα αίτημα για μεταρρυθμίσεις ώστε να μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Αυτό το δωδεκάχρονο παιδί, είναι ένα παιδί του δρόμου που φοβάται ότι η Αίγυπτος θα κατρακυλήσει στον εμφύλιο πόλεμο. Τον προηγούμενο χρόνο, η Αίγυπτος ήταν μια γροθιά, λέει, και τώρα είναι διαιρεμένη.
Στο τέλος της χθεσινοβραδινής νύχτας (σ.τ.μ. 25/11/2012)  η αστυνομία έφτιαξε οδοφράγματα στην είσοδο των οδών Qasr Eyni και Mohamed Mahmoud. Τα παιδιά έφτιαξαν τα δικά τους. Πριν ξεκινήσουν για να επιτεθούν στο οδόφραγμα της αστυνομίας που έκλεινε το δρόμο προς την αμερικάνικη πρεσβεία, έγραψαν πάνω τους «Κάτω το καθεστώς των Αδελφών Μουσουλμάνων».

Ο Μεϊσούν Σουκαριέχ είναι ανθρωπολόγος και ζει στο Κάιρο.
Μετάφραση: Γ.Ρ.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.